ΠΑΤΡΙΔΑ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΩΝ
FATHERLAND
Πατρίδα: γράφει ο Γιάννης Φραγκούλης
Table Of Content
Το 1949 ο διάσημος Γερμανός μυθιστοριογράφος και νομπελίστας Τόμας Μαν, ο οποίος διέφυγε από τους ναζί πριν από τον πόλεμο για να εξοριστεί στην Καλιφόρνια και να αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα, έχει επιστρέψει στην πατρίδα του, επισκεπτόμενος πρώτα τη Φρανκφούρτη -τότε στη Δυτική Γερμανία- για να παραλάβει ένα βραβείο, που φέρει το όνομα του Γκέτε, για τη λογοτεχνική συνεισφορά του. Μαζί του έχει την ενήλικη κόρη του Έρικα, η οποία κρατάει στους ώμους της το οικογενειακό δράμα και εκτελεί χρέη γραμματέα και μεταφραστή. Μετά θα πάει με την κόρη του στη Βαϊμάρη, πατρίδα του Γκέτε, για να τιμηθεί από την Ανατολική Γερμανία.
Πατρίδα: Ο Τόμας Μαν
Ο Πάβελ Παβλικόφσκι έρχεται με 89 συνολικά βραβεία στην μέχρι τώρα καριέρα του, εκ των οποίων ένα είναι το βραβείο Καλύτερου Σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ Κανών το 2026, για αυτή την ταινία. Εμείς τον γνωρίσαμε με «Το τελευταίο καταφύγιο» (2004), στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Με αυτή την ταινία κλείνει την τριλογία που απαρτίζεται από τις ταινίες «Ida» (2013), «Ψυχρός πόλεμος» (2018) και αυτή την ταινία στην οποία αναφερόμαστε. Η πρώτη ταινία της τριλογίας αναφέρεται στα χρόνια του ναζισμού και οι άλλες στη χρονική περίοδο του ψυχρού πολέμου.
Στην ταινία αφηγείται η επίσκεψη του Τόμας Μαν στη Δυτική Γερμανία και, κατόπιν, στην Ανατολική Γερμανία. Ο Πολ Τόμας Μαν (6/6/1875, Λίμπεκ-12/8/1955, Ζυρίχη) ήταν γόνος αστικής οικογένειας. Μετά τη διάλυση της οικογενειακής επιχείρησης στράφηκε στην ιστορική έρευνα και, κατόπιν, στη λογοτεχνία. Στην αρχή δεν υποστήριζε τις φιλελεύθερες απόψεις, αντίθετα ήταν υποστηρικτής του Κάιζερ, οι πολιτικές του θέσεις άλλαξαν και προσέγγισε τον σοσιαλισμό, τη δεκαετία του 1920. Ήταν πολέμιος του ναζισμού, αυτός ήταν ο λόγος που αυτοεξορίστηκε στις ΗΠΑ. Τα βιβλία του δεν κάηκαν από τους ναζιστές γιατί φοβούνταν τις αντιδράσεις επειδή είχε τιμηθεί, το 1929, με το βραβείο Νόμπελ.

Πατρίδα: Η απογοήτευση
Τα λογοτεχνικά έργα του Τόμας Μαν έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Η πιο γνωστή ταινία, βασισμένη σε μυθιστόρημά του, είναι ο «Θάνατος στη Βενετία» (1071), του Λουκίνο Βισκόντι. Ο Μαν είχε επηρεαστεί από τον Σοπενχάουερ, τον Φρόιντ, τον Γκέτε και τον Νίτσε. Στοιχεία αυτών των τεσσάρων διανοητών υπάρχουν στην ταινία του Πάβελ Παβλικόφσκι. Δύο είναι τα επικρατέστερα σημεία του σεναρίου της: ο πατέρας, ως αρχέτυπο, και η πατρίδα, ως σημείο αναφοράς.
Η κινηματογραφική αφήγηση αρχίζει με ένα τηλεφώνημα του Κλάους Μαν, γιου του Τόμας Μαν, προς την αδελφή του Έρικα. Βλέπουμε τον Κλάους καθισμένο στο πάτωμα, η κάμερα είναι στο ύψος του σώματός του, άρα στο πάτωμα, μιλά στην αδελφή του, η απογοήτευση είναι έκδηλη, ενώ οι αναφορές στον πατέρα του είναι απαξιωτικές -τον αναφέρει «γέρο»-, καταλαβαίνουμε ότι κρατά αποστάσεις από την πατρική φιγούρα και, ιδίως, από την πατρική εξουσία. Αυτή η σκηνή θα βρει τη συνέχειά της περίπου στο τέλος, όταν ο Τόμας Μαν θα αναφερθεί απαξιωτικά στον αυτόχειρα γιό του.
Πατρίδα: Το δίπολο
Ανάμεσα στους δύο πόλους του ανταγωνισμού βρίσκεται η Έρικα. Αγαπά τον πατέρα και τον αδελφό της, κρατά ίσες αποστάσεις, βλέπει τη ζωή του πατέρα της ως παρατηρητής και διακρίνει τις επιφάσεις στις τιμές που του αποδίδουν οι Δυτικογερμανοί και οι Ανατολικογερμανοί. Καταλαβαίνει ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα και, ουσιαστικά, ο πατέρας της, ως διανοητής δεν παίζει κανένα ρόλο στα πολιτικά δρώμενα στον σοσιαλιστικό ή δυτικό κόσμο. Απλώς τον χρησιμοποιούν. Η σκέψη της προσεγγίζει αυτή του αδελφού της, άρα συμμερίζεται την απαισιοδοξία του.

Ο πατέρας της παρουσιάζεται ως πατριαρχική φιγούρα, απόμακρος, ένας διανοούμενος που σκέφτεται αυτά που έχει να κάνει περισσότερο, παρά τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Η Έρικα τον κατηγορεί ως ναρκισσιστή, η ταινία εικονογραφεί τον ναρκισσισμό του που θολώνει την εικόνα του ως λογοτέχνη και διανοούμενου. Ο θάνατος του γιού του φαινομενικά δεν του στοιχίζει πολύ, ήταν, για αυτόν, ένα κακομαθημένο παιδί, ένας ναρκομανής. Εμείς βλέπουμε όσα γίνονται και τις αντιδράσεις του Τόμας Μαν που φαίνεται ότι είναι βυθισμένος στον εσωτερικό του κόσμο, από τον οποίο βγαίνει μόνο για να εκφράσει τις απόψεις του.
Πατρίδα: Η προσέγγιση
Ο Τόμας Μαν προσεγγίζει τον Κλάους Μαν, όσον αφορά στην απαισιοδοξία στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής τους. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι Τόμας Μαν είναι θωρακισμένος στο Υπερεγώ του και προστατεύεται, ενώ ο Κλάους Μαν αρνιέται το αλλοτριωμένο Εγώ του και βλέπει την αυτοκτονία σα μια λύση για να ταρακουνήσει τα στάσιμα νερά της κοινωνίας όπου ζει. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Ο Τόμας Μαν είναι αδιάφορος όσον αφορά στον θάνατο του γιού του; Η πρώτη εντύπωση είναι καταφατική.
Η κάμερα του Παβλικόφσκι αποτυπώνει το κοινωνικό περιβάλλον με απόλυτο ρεαλισμό -όπως έκανε ο Τόμας Μαν στα λογοτεχνικά του έργα-, αλλά όταν στρέφεται στον Τόμας Μαν, τον δείχνει απόμακρο, γενικό πλάνο, ή βυθισμένο μόνο στις σκέψεις του, κοντινό πλάνο. Αυτή η αλληλουχία των πλάνων μας θυμίζει έντονα τον κινηματογράφο του Μπέργκμαν και τον ουμανισμό του γερμανικού και δανέζικου θεάτρου. Το πέρασμα από το ρεαλιστικό στην ανάγνωση του ψυχικού κόσμου δημιουργεί τον εξαιρετικό καμβά που θα είναι η εικόνα της δυτικής και σοσιαλιστικής κοινωνίας του Ψυχρού Πολέμου, όπου ο άνθρωπος, ως μονάδα, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Φτάνουμε ξανά στην απαισιοδοξία. Το ασπρόμαυρο τονίζει αυτά τα συναισθήματα, όπως και οι σκληρές αντιθέσεις μαύρου και άσπρου που θα είναι τα αναφερόμενα στις ιδεολογικές αντιθέσεις, έντονες, τόσο στη δυτική όσο και στη σοσιαλιστική κοινωνία.

Πατρίδα: Η πατρίδα
Η Έρικα λέει στον πατέρα της «Πάμε στο σπίτι» και δέχεται την απάντηση ως ερώτημα «Που είναι αυτό;». Ποια είναι η πατρίδα του Τόμας Μαν, του Κλάους Μαν ή της Έρικα; Η Γερμανία -δυτική ή ανατολική-, η Αμερική, η Γαλλία -όπου ζούσε ο Κλάους Μαν- ή κάπου αλλού; Εύκολα καταλαβαίνει ο θεατής ότι η πατρίδα -ως έννοια και αναφορά- δεν υπάρχει για τους Μαν. Είναι απάτριδες μετά από τους διωγμούς και τις ιδεολογικές τους παλινδρομήσεις. Στο τέλος συνειδητοποιεί ο καθένας ότι βρίσκεται, λίγο ή πολύ, στη θέση του Τόμας Μαν. Και ποια είναι τότε η πατρίδα;
Η τελευταία σκηνή είναι καθοριστική. Η Έρικα και ο πατέρας της επιστρέφουν από την Ανατολική Γερμανία, τους οδηγεί ένα στρατιωτικό τζιπ. Το αυτοκίνητό τους σταματά, κάνουν πίσω και μπαίνουν σε μια εκκλησία γοτθικού ρυθμού όπου ένα εκκλησιαστικό όργανο κουρδίζεται και τελικά παίζει. Οι νότες βαρύνουν την ατμόσφαιρα. Πατέρας και κόρη κάθονται, πιασμένοι χέρι με χέρι και μένουν να στοχάζονται. Αυτή είναι η κηδεία του γιού και αδελφού, η απεικόνιση της αγάπης και των δύο προς αυτόν που, για τον πατέρα, είναι καλά κρυμμένη στα φύλλα του Εγώ του, αυτή είναι άυλη απεικόνιση της πατρίδας, ο ουσιαστικός ορισμός της. Η πατρίδα είναι η ιδεολογία που διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις συνθήκες, ρευστή όπως η πραγματικότητα στην οποία ζούμε.
Πατρίδα: Η σκηνοθεσία
Η σκηνοθεσία του Πάβελ Παβλικόφσκι παίρνει το κάθε σημείο, το βάζει στη θέση του, φτιάχνει τον καμβά μιας εικόνας που είναι η κοινωνία της μεταπολεμικής Ευρώπης, που θα είναι η αναφορά της δικής μας κοινωνίας. Αυτή η ζοφερή απεικόνιση θα είναι το αναφερόμενο στη δικής μας ζοφερής πραγματικότητα. Το μοντάζ με θαυμάσιο τρόπο τοποθετεί τα ιδεολογικά τοπία, ξεδιπλώνοντας τις εικόνες για να φτιάξει το τελικό πορτρέτο του κοινωνικού πεδίου. Οι ερμηνείες ακολουθούν τις σκηνοθετικές οδηγίες και είναι εξαιρετικές στην απόδοσή τους. Η μουσική επιβάλλει τον λόγο της όταν αυτό είναι αναγκαίο. Τα σκηνικά και τα κοστούμια αφηγούνται με πιστότητα αυτή την εποχή και αυτούς τους διαφορετικούς κόσμους.
ΠΑΤΡΙΔΑ
(FATHERLAND)
Σκηνοθεσία: Paweł Pawlikowski
Σενάριο: Paweł Pawlikowski, Henk Handloegten
Ηθοποιοί: Sandra Hüller (Έρικα Μαν), Hanns Zischler (Τόμας Μαν), August Diehl (Κλάους Μαν), Devid Striesow (Γιοχάνες Μπέκερ), Anna Madeley (Μπέτι Κνοξ), David Menkin (Άρθουρ Κουίντ), Joachim Meyerhoff (Γκουστάφ Γκρουντγκένς), Enno Trebs (Βίλαντ Βάγκνερ)
Φωτογραφία: Lukasz Zal
Μοντάζ: Paweł Pawlikowski, Piotr Wójcik
Μουσική: Marcin Masecki
Ήχος: Sebastian Heyser, Karol Musialowski, Mateusz Stasiak
Σχεδιασμός ήχου: Oliver Achatz
Κοστούμια: Ola Staszko
Ειδικά εφέ: Tomasz Bykowski
Οπτικά εφέ: Massimo Cipollina, Lena Di Gennaro
Παραγωγοί: Edward Berger, Lorenzo Gangarossa, Mario Gianani, Lorenzo Mieli, Ewa Puszczynska, Dimitri Rassam, Jeanne Tremsal, Olivier Père
Χώρα παραγωγής: Πολωνία, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία
Έτος παραγωγής: 2026
Είδος: τραγωδία, βιογραφία, ιστορία
Γλώσσα: γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά, ρωσικά
Χρώμα: ασπρόμαυρο
Διάρκεια: 82΄
Εταιρεία διανομής: Spentzos Film
Ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες: 3/9/2026
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας δείτε εδώ.
Διαβάστε τις κριτικές ταινιών που έχουμε δημοσιεύσει
Διαβάστε τις κριτικές των μελών της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου






