Ο ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Ο ΖΑΝ-ΠΟΛ ΣΑΛΟΜΕ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ
Ο παραχαράκτης: επιμέλεια Γιάννης Φραγκούλης
Table Of Content
Για την ταινία του «Ο παραχαράκτης» («L’affaire Bojarski»), 2025, μιλά ο σκηνοθέτης της, Ζαν-Πολ Σαλομέ. Στο ενεργητικό του έχει σημαντικές επιτυχίες, όπως «Arsen Lupin» (2004), «Η αποστολή» (2008) και «Εύκολος στόχος» (2022). Για την τελευταία ταινία του θα μιλήσει, για την ιδέα, για το υλικό που επεξεργάστηκε, για τη συγγραφή του σεναρίου, για την πραγματική ιστορία και για τη σκηνοθετική του εργασία.
Ο παραχαράκτης: Η υπόθεση
Πώς μάθατε την ιστορία του Μπογιάρσκι;
Ο παραγωγός Ζαν-Μπατίστ Ντιπόν μού μίλησε γι’αυτήν πριν περίπου έξι χρόνια. Πίστευε ότι ήταν ένα θέμα που μου ταίριαζε. Το αρχικό σενάριο βασιζόταν περισσότερο σε μια σχέση πατέρα-γιου, αλλά τα όσα διάβασα στο διαδίκτυο για τον Μπογιάρσκι μού φάνηκαν πολύ πιο συναρπαστικά. Μου άρεσε αυτή η εικόνα: ένας άνθρωπος μόνος, με μια βαλίτσα γεμάτη χαρτονομίσματα, σχεδόν βγαλμένος από το σύμπαν του Ζορζ Σιμενόν. Με συγκίνησε η εικόνα αυτή, ένιωσα πως ήταν υλικό για μια δυνατή ιστορία.
Υπήρχε πλούσιο αρχειακό υλικό για τον Μπογιάρσκι;
Συναντήσαμε τον Ζακ Μπριό, έναν Ελβετό δημοσιογράφο που έχει πάθος με την ιστορία του Μπογιάρσκι και έχει συγκεντρώσει τεράστιο αρχείο. Χάρη σε εκείνον, αποκτήσαμε πρόσβαση σε φωτογραφίες και ντοκουμέντα, κάποια από τα οποία εμφανίζονται και στο φινάλε της ταινίας. Είχε επίσης αντίγραφα όλων των πατεντών του, γεγονός που μας επέτρεψε να δείξουμε τις εφευρέσεις του -είναι όλες τους αληθινές, εκτός από την ηλεκτρική οδοντόβουρτσα.

Ο παραχαράκτης: Η εργασία του
Το σημαντικότερο ήταν ότι ο Μπογιάρσκι είχε κατασκευάσει μόνος του όλα τα μηχανήματα που χρησιμοποιούσε για την παραχάραξη: πρέσες, πλάκες, μίξερ. Ορισμένα έχουν χαθεί, αλλά τα σχέδια και οι φωτογραφίες διασώθηκαν, κι έτσι μπόρεσα να αναδημιουργήσω το εργαστήριό του. Τα έκανε πραγματικά όλα μόνος του: από το χαρτί, που έφτιαχνε από τσιγαρόχαρτα και ριζόχαρτο, μέχρι το μελάνι, στο οποίο πρόσθετε ασπιρίνη, όπως βλέπουμε και στην ταινία.
Συναντήσαμε επίσης την κόρη του, την Αν Μπογιάρσκι. «Δεν είναι εύκολο να ψάχνεις την αλήθεια, όταν ο πατέρας σου πλαστογραφούσε χρήματα…», μας είπε χαμογελώντας. Στην πραγματικότητα, δεν ήξερε πολλά για όσα έκανε ο πατέρας της.
Πώς ανασυνθέσατε την ιστορία του, ειδικά ως προς την οικογενειακή του ζωή;
Όσον αφορά τη σχέση του ζευγαριού, χρειάστηκε αναπόφευκτα να επινοήσουμε πράγματα. Η σύζυγός του, Σουζάν, υποψιάζεται ορισμένα πράγματα, αλλά στην πραγματικότητα προτιμά να μη γνωρίζει. Μόνο αργότερα ανακαλύπτει την αλήθεια. Η δική μας δουλειά ήταν να ξαναχτίσουμε δραματουργικά την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα μυστικό που σταδιακά διαβρώνει τη σχέση του ζευγαριού.
Ο παραχαράκτης: Ο ντετέκτιβ
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο «ζευγάρι» στην ταινία: ο Μπογιάρσκι και ο αστυνόμος Ματέι…
Ναι, αυτή είναι η ραχοκοκαλιά της ιστορίας στην πραγματικότητα. Ο επίτροπος Ματέι -στην πραγματικότητα λεγόταν Μπενάμου- τον καταδίωκε για 15 χρόνια. Είχε ασχοληθεί με πολλούς παραχαράκτες, αλλά μετά από τόσα χρόνια καταδίωξης, μπορεί κανείς να φανταστεί ότι τον είχε γοητεύσει αλλιώς αυτή η υπόθεση.

Συναντήθηκαν πράγματι όπως το δείχνετε στην ταινία;
Ίσως. Δεν μπορούσαμε να αποκλείσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και, το κυριότερο, θέλαμε πολύ μια σκηνή πρόσωπο με πρόσωπο με τους δυο χαρακτήρες. Έτσι φανταστήκαμε αυτή τη συνάντηση στο μπαρ του ξενοδοχείου στο Βισί.
Στη σκηνή αυτή ο Μπογιάρσκι βάζει επίτηδες τον εαυτό του σε κίνδυνο…
Είχε ανάγκη την αναγνώριση κι έτσι έπαιρνε ρίσκα. Ακόμη και ασυνείδητα, κάτι τον ωθούσε σε αυτό. Ίσως και να ζούσε την έξαψη του παίκτη, που τα παίζει όλα για όλα.
Ο παραχαράκτης: Το ταλέντο
Σαν κάθε καλλιτέχνης, ήθελε να αναγνωριστεί το ταλέντο του…
Ακριβώς. Μάλιστα, σημάδευε τα πλαστά του χαρτονομίσματα με μικροσκοπικές διαφορές, κάτι σαν υπογραφές. Στην πραγματικότητα, τα χαρτονομίσματά του ήταν πιο όμορφα από εκείνα της Τράπεζας της Γαλλίας. Αφιέρωνε απίστευτο χρόνο σε αυτά. Κάθε φορά που η Τράπεζα άλλαζε σχέδια για να αποτρέψει την παραχάραξη, εκείνος έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Χρειαζόταν έναν ολόκληρο χρόνο για να χαράξει νέες πλάκες, τιτάνιο έργο. Κατέστρεψε τα μάτια και τον αυχένα του, και εξαντλούνταν και με τα ταξίδια του σε όλη τη χώρα για να διοχετεύσει τα χαρτονομίσματα χωρίς να συλληφθεί. Στην Τράπεζα της Γαλλίας τον θεωρούν σχεδόν θρύλο -έχουν θησαυροφυλάκια γεμάτα με τα πλαστά χαρτονομίσματα που έφτιαξε, τα οποία σήμερα αξίζουν πολλά χρήματα.

Σε τι αισθάνεστε κοντά με αυτόν τον άνθρωπο;
Ταυτίστηκα πολύ με τη μοναξιά του. Με τη στιγμή της δημιουργίας, της ανακάλυψης. Με την ανάγκη του να κλείνεται σε έναν περιορισμένο χώρο. Ως παιδί ένιωθα κι εγώ την ανάγκη να απομονώνομαι για να παίζω, οπότε αυτή του η δίψα για απομόνωση με άγγιξε αμέσως. Γι’ αυτό ήθελα οπωσδήποτε να κινηματογραφήσω όλες τις σκηνές όπου δουλεύει, να δείξω την «τεχνική» πλευρά της τέχνης του και τη σχολαστικότητά του. Η μοναξιά του είναι θεμελιώδης. Μου μοιάζει στην ανάγκη να κρύβεται και, ταυτόχρονα, στην ανάγκη για αναγνώριση.
Ο παραχαράκτης: Η επαγωγή
Ο Μπογιάρσκι ήταν επίσης μετανάστης. Είχε έναν λογαριασμό ανοιχτό, μια πληγή… Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί το σήμερα.
Φυσικά υπάρχουν αναλογίες με τη δική μας εποχή. Όσο εξαιρετικός κι αν ήταν ο Μπογιάρσκι, δεν έλαβε καμία στήριξη από πουθενά. Ένιωσα πως αυτό συνομιλεί με όσα ζούμε σήμερα. Το ιστορικό πλαίσιο κάνει ακόμη πιο κατανοητό τον τρόπο με τον οποίο αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την ιδιοφυΐα του.
Σκεφτήκατε εξαρχής τον Ρεντά Κατέμπ για τον ρόλο;
Ναι, αμέσως. Δεν με ενδιέφερε καθόλου που δεν ήταν Πολωνός: ήξερα ότι ήταν ο άνθρωπός μου. Είχαμε πάει μαζί να δούμε μια παράσταση με την Ιζαμπέλ Ιπέρ και μετά δειπνήσαμε. Παρατηρώντας τον, κατάλαβα ότι είχα βρει τον «δικό μου» Μπογιάρσκι. Ο ρόλος ήταν γι’ αυτόν. Το να γράφεις έχοντας έναν ηθοποιό στο μυαλό σου είναι ταυτόχρονα δημιουργικό και ανακουφιστικό -και σίγουρα σε βοηθά να προχωράς πιο γρήγορα.







