DOLLY
ΤΑΙΝΙΕΣ
Ο ΤΡΟΜΟΣ ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ;
Dolly: γράφει ο Κώστας Πετρόπουλος
Table Of Content
Το «Dolly» μοιάζει με παγίδα. Καθώς το υποείδος του slasher γίνεται ολοένα και πιο αφηρημένο και εξαρτημένο από ευφάνταστα, υψηλής σύλληψης τεχνάσματα, είναι εύκολο να πέσεις στη ρητορική του γέρου στην κουνιστή καρέκλα που νοσταλγεί τα βασικά. «Οι ταινίες τρόμου παλιά ήταν σκληρές και βρώμικες, όχι αυτά τα γυαλιστερά μετα-κόλπα», μπορεί να γκρινιάξει ο απογοητευμένος φαν. Και, για να είμαστε δίκαιοι, ο φόρος τιμής του Rod Blackhurst στη δεκαετία του 1970, γρήγορος και τραχύς, έχει στιγμές που είναι πράγματι σκληρές και βρώμικες. Η παγίδα είναι ότι αυτές οι στιγμές, όσο ικανοποιητικές κι αν είναι, δεν αρκούν για να στηρίξουν ολόκληρη την ταινία. Αλλά κάνουν όποιον το επισημαίνει να μοιάζει αμήχανος.
Dolly: Η εμπειρία
Το «Dolly» προετοιμάζει τους θεατές για μια εμπειρία που τελικά δεν μπορεί να προσφέρει, κυρίως λόγω μικρών πράξεων αυτοϋπονόμευσης. Η ταινία είναι γυρισμένη σε 16mm για μια απτή, κοκκώδη grindhouse αισθητική, για παράδειγμα, αλλά ο Blackhurst χαλάει την ψευδαίσθηση με λήψεις από drone που δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν σε μια παλιά exploitation ταινία. Έπειτα υπάρχει η βία, που ξεκινά με μια σοκαριστική και γραφική πράξη ακρωτηριασμού, αλλά στη συνέχεια καταλήγει σε μια σειρά από ολοένα και πιο αδύναμες επαναλήψεις.
Το δεύτερο αυτό ζήτημα είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό, αν σκεφτεί κανείς ότι η βασική έμπνευση του Blackhurst είναι το «The Texas chain saw massacre». Εκεί όπου η ταινία του Hooper υπερβαίνει τον εαυτό της ως προς την επίδραση -το «The Texas chain saw massacre» είναι λιγότερο αιματηρό απ’όσο υποδηλώνει η φήμη του- η ταινία του Blackhurst ξεκινά δυνατά, με τον Seann William Scott να βλέπει το σαγόνι του να σχίζεται στα δύο από ένα πολύ κοφτερό φτυάρι, το οποίο χειρίζεται ένας αφύσικα δυνατός δολοφόνος. Κανονικά θα έπρεπε να είναι νεκρός, αλλά με κάποιον τρόπο επιβιώνει, κάνοντας εκτεταμένη χρήση ενός χαλαρού προσθετικού που κρέμεται από το πρόσωπό του καθώς σέρνεται μέσα στο δάσος με τα νύχια του.
Dolly: Η ένταση
Είναι ένα σκληρό, αηδιαστικό εφέ, αλλά είτε για λόγους προϋπολογισμού είτε λόγω έλλειψης σκηνοθετικής συγκέντρωσης, ό,τι ακολουθεί είναι απογοητευτικό. Ακόμη και με διάρκεια μόλις 82΄, το «Dolly» δυσκολεύεται να γεμίσει τον χρόνο του, βασιζόμενο στην πρωταγωνίστριά του για να πάρει μια σειρά από ολοένα και πιο ανόητες και μη ρεαλιστικές αποφάσεις ώστε να συνεχιστεί η πλοκή. Η Μέισι (Fabianne Therese) μοιάζει με ένα σχετικά έξυπνο άτομο στην πρώτη πράξη, αλλά μέχρι το τέλος της δεύτερης σταματάει στη μέση της φυγής της για να γυρίσει και να ουρλιάξει «fuckkkk youuuuuuuu» στον slasher της ταινίας, που θυμίζει έντονα τον Leatherface -προφανώς για να του δώσει χρόνο να την προλάβει.

Οι πράξεις της Μέισι διαλύουν την ένταση της ταινίας, οδηγώντας σε μια υποτιθέμενα καθαρτική λύση που ξεχωρίζει κυρίως για το πόσο απροκάλυπτα αντιγράφει την έμπνευσή της. Το «Dolly» δανείζεται εκτενώς από τη δομή του «Texas chain saw», ξεκινώντας με τους πρωταγωνιστές να εγκαταλείπουν τον πολιτισμό -σε αυτή την περίπτωση, μπαίνοντας στο δάσος, όπου ο Τσέιζ (Scott) σκοπεύει να κάνει πρόταση γάμου στη Μέισι, πριν βρεθούν βίαια μέσα σε έναν κλειστοφοβικό εφιάλτη. Εδώ ο χώρος είναι διακοσμημένος με ανατριχιαστικές κούκλες αντί για υπολείμματα σφαγείου, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Μια πινακίδα κατά μήκος του μονοπατιού γράφει «Hooper Mine», σε περίπτωση που δεν πιάσατε την αναφορά, αν και το ότι η Μέισι πηδά από ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου και καταρρέει στο τέλος της ιστορίας, κάνει το υπονοούμενο ακόμη πιο σαφές.
Dolly: Η παραπλάνηση
Ο Blackhurst προαναγγέλλει τα θέματά του πιο καθαρά απ’ό,τι έκανε ποτέ ο Hooper, στήνοντας μια αντίθεση ανάμεσα στη Μέισι -ανεξάρτητη, συμβατικά ελκυστική, διστακτική να «νοικοκυρευτεί»- και την ομώνυμη κακιά, την οποία υποδύεται η παλαιστής Max the Impaler. Ενώ η Μέισι δεν είναι καν σίγουρη αν θέλει οικογένεια, η Dolly λαχταρά μία, φτάνοντας στο σημείο να κλέψει το δαχτυλίδι αρραβώνων που ο Τσέιζ σκόπευε να δώσει στη Μέισι πριν κοπεί στα δύο σαν κονσέρβα. Όταν δεν τις φετιχοποιεί, το «Dolly» δείχνει αηδία για τα σύμβολα της θηλυκότητας -και το ποιο από τα δύο συμβαίνει εξαρτάται κυρίως από το ποια τα χρησιμοποιεί. Το ανομολόγητο στοιχείο σε όλα αυτά είναι ότι η Μέισι είναι λεπτή και όμορφη, ενώ η Dolly είναι παχιά και άσχημη, υπονοώντας ότι η επιθυμία αυτού του πλάσματος για γάμο και μητρότητα αποτελεί μέρος της τερατώδους φύσης του.
Και ναι, η Dolly είναι μια ανθρωποκτόνος (και πιθανότατα προϊόν αιμομιξίας) μεταλλαγμένη, μεγαλωμένη από διεστραμμένους σε ένα ετοιμόρροπο βικτωριανό σπίτι στη μέση του πουθενά. Ναι, φοράει μια μάσκα φτιαγμένη στα πρότυπα μιας πορσελάνινης κούκλας, και το πλάνο όπου η Μέισι τη θρυμματίζει για να αποκαλύψει το βρόμικο, παραμορφωμένο πρόσωπο της Dolly είναι αρκετά εντυπωσιακό. Και ναι, όλα αυτά είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- σημαντικά από το μέγεθος του σώματός της, το οποίο πιθανότατα δεν έχει μεγαλύτερο βάθος από μια προσπάθεια μίμησης του αείμνηστου Gunnar Hansen. Αλλά, όπως και το «είναι επίτηδες κακό», έτσι και το «δεν έχει τόσο βάθος» μπορεί να λειτουργήσει ως άμυνα που σκοπό έχει να φιμώσει την κριτική.

Dolly: Η αναμονή
Αν και λιγότερο αυτάρεσκο, με αυτόν τον τρόπο το «Dolly» θυμίζει το «Strange darling» του 2024, μια ακόμη ταινία τόσο προσηλωμένη στη δημιουργία ενός στιλάτου παστίς που δεν αντιλαμβάνεται πως ο σκηνοθέτης ξεχύνεται στην οθόνη με τις υποσυνείδητες αντιλήψεις του για τις γυναίκες.
Και δεν αφορά μόνο στη δύστυχη, γκροτέσκα Dolly: παρότι παρουσιάζονται ως στοιχεία τρόμου, η ανατριχιαστική αμηχανία που προκαλούν οι σκηνές με το χτύπημα με ζώνη και την αλλαγή πάνας προκύπτει κυρίως από το πόσο σεξουαλικοποιημένες είναι. Το «Dolly» είναι αρκετά απωθητικό, κάτι που σε αυτή την περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί κομπλιμέντο, αυτό επεδίωκε ο Blackhurst, άλλωστε. Αν όμως ξύσεις την επιφάνεια, το αποτέλεσμα είναι λιγότερο κολακευτικό -ένα ακόμη προβλέψιμο στοιχείο μέσα σε μια απολύτως προβλέψιμη ταινία.
DOLLY
Σκηνοθεσία: Rod Blackhurst
Σενάριο: Rod Blackhurst, Brandon Weavil
Φωτογραφία: Justin Derry
Μοντάζ: Justin Oakey
Μουσική: Nick Bohun
Ήχος: Christopher Fox, Jay Pellizzi
Σκηνικά: Kaili Corcoran
Κοστούμια: Haven Howell
Οπτικά εφέ: Rod Blackhurst
Παραγωγοί: Rod Blackhurst, Katie Garrett, Joseph C. Grano, Blake Hoss, Noah Lang, Bryce McGuire, Ross O’Connor, Esteban Sanchez, Isaiah Smallman, Jeff Smith, Betty Tong
Ηθοποιοί: Fabianne Therese (Μέισι), Russ Tiller (Μπίλι), Michalina Scorzelli (θεία Σάντι), Kate Cobb (Ράσελ), Ethan Suplee (Τομπ), Seann William Scott (Τσέιζ), Max the Impaler (Dolly)
Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ
Έτος παραγωγής: 2025
Είδος: τρόμου, θρίλερ
Γλώσσα: αγγλικά
Χρώμα: έγχρωμη
Διάρκεια: 83΄
Εταιρεία διανομής: Neo Films
Ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες: 30/4/2026
Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας δείτε εδώ.
Διαβάστε τη συνέντευξη του σκηνοθέτη







