ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
ΗΘΟΠΟΙΟΙ
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ
Κατερίνα Γώγου: γράφει ο Γιάννης Φραγκούλης*
Table Of Content
1η Ιουνίου 1940 γεννήθηκε, το 1952 εμφανίστηκε στον κινηματογράφο, στην ταινία «Ο άλλος», του Αλέκου Σακελλάριου. Μετά από 7 χρόνια θα παίξει στο «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», του ίδιου σκηνοθέτη, τη Λαζάρου. Πρώτα την κέρδισε ο κινηματογράφος και μετά το θέατρο, στο οποίο εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, στην παράσταση «Έγκλημα στον Νείλο», το 1963, παίζοντας τη Χριστίνα Γκραντ, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Δαμιανού, στο θίασο Βίλμας Κύρου. Από μικρή είχε κλίση προς την ηθοποιία και είχε χαρακτηριστεί ως παιδί θαύμα.
Κατερίνα Γώγου: Η υποκριτική
Σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Τάκη Μουζενίδη και στη σχολή χορού Πράτσικα Ζουρούδη και Βαρούτη. Οι ταινίες στις οποίες συμμετείχε ήταν κυρίως αυτό που ονομάζουμε εμπορικός κινηματογράφος. Οι σκηνοθέτες που τις εμπιστεύτηκαν ρόλους ήταν, εκτός του Αλέκου Σακελλάριου, οι Μαρία Πλυτά, Ορέστης Λάσκος, Γιάννης Δαλιανίδης, Πάνος Γλυκοφρύδης, Βασίλης Γεωργιάδης, Ντίνος Δημόπουλος, Γιώργος Τζαβέλλας, Ντίνος Κατσουρίδης, Ανδρέας Θωμόπουλος και, φυσικά, ο Παύλος Τάσιος, ο πρώην σύζυγός της, ανάμεσα στους άλλους.
Οι ρόλοι στον εμπορικό κινηματογράφο ήταν αυτοί του ανέμελου κοριτσιού ή αυτού που δεν είναι σοβαρό. Η Λαζάρου στο «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», η Μαρία Μανή, στο «Έξυπνο πουλί», η Αγνή, στα «Ανήσυχα νιάτα», η Ντόλυ, στην «Ψεύτρα», για να αναφέρουμε μερικούς. Όμως σε αυτούς τους ρόλους θα δούμε το στοιχείο της αμφισβήτησης της καθώς πρέπει ζωής. Η Βέρα, στο «Γάμο αλά ελληνικά», του Βασίλη Γεωργιάδη, δίνει τον τόνο της ανατροπής της ιστορίας, βοηθά να προσδιοριστεί αυτό το «κάτι δεν πάει καλά» σε αυτόν τον γάμο, σε μια ταινία που παρουσιάστηκε με αξιώσεις και εκτός Ελλάδας.
Κατερίνα Γώγου: Η υπονόηση
Κάτι ανάλογο θα δούμε στην Ντιάνα, στη «Δεσποινίς διευθυντής», του Ντίνου Δημόπουλου, αλλά, πολύ περισσότερο, στην Παγώνα, στην ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», του Γιώργου Τζαβέλλα. Σε αυτόν τον ρόλο στηρίζεται η ανατροπή στη συμπεριφορά της συζύγου, που την υποδύεται η Μάρω Κοντού, που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη ζωή της γυναίκας, το 1965. Η Σίσσυ, στο «Μια τρελλή τρελλή οικογένεια», του Ντίνου Δημόπουλου, τονίζει τον παράλογο τρόπο ζωής σε αυτή την παράξενη οικογένεια.

Ο Ντίνος Κατσουρίδης θα κάνει μια ταινία που έχει πολιτικές υπονοήσεις, επί χούντας, το 1971. Στην ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση», η Κατερίνα Γώγου θα υποδυθεί τη Φρόσω Καραθανάση, δίπλα στον Θανάση Βέγγο, σε μια ταινία όπου το πολιτικό μήνυμα βρίσκεται κάτω από την κωμική πλοκή, υποδαυλίζοντας την αφήγηση, ο θεατής θα πρέπει να διαβάσει ξανά την ταινία για να το δει, για αυτόν τον λόγο αυτή η ταινία ξεχώρισε αφού έπεσε η χούντα και ήρθε η εποχή της έντονης αμφισβήτησης της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης.
Κατερίνα Γώγου: Η ποίηση
Το 1965 έπαιξε την Άννα, στη «Φτωχολογιά», του Παύλου Τάσιου, το 1967 παντρεύτηκε αυτόν τον σκηνοθέτη που, πολιτικά, ανήκε στην αριστερά, κάτι που φάνηκε ειδικά στις ταινίες του «Το βαρύ πεπόνι» (1977) και «Παραγγελιά!» (1980). Το υποκριτικό της ταλέντο βρήκε το πολιτικό κείμενο, εμφανώς, στις τέσσερις τελευταίες ταινίες της, «Το βαρύ πεπόνι» (1977), «1922» (1978), του Νίκου Κούνδουρου, «Παραγγελιά!» (1980), και «Όστρια: το τέλος του παιχνιδιού» (1984), του Ανδρέα Θωμόπουλου.
Ο κινηματογράφος και η ποίηση, στην περίπτωση της Κατερίνας Γώγου, είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
«Εμείς εκεί.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα μοναξιά απελπισία. Κι ανάποδα.
Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι
άσκοπα λαχανητά
σε κανονισμένες απεργίες
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι’ αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.
Μη. Βρέχει. Δόσμου τσιγάρο.»

Κατερίνα Γώγου: Το βίωμα
Σε αυτό το ποίημα, με φόντο την Πατησίων -και ως βίωμα-, που απόσπασμά του ακούγεται στην «Παραγγελιά!», φαίνεται ότι η λάβα του ηφαιστείου θέλει να βγει αλλά δεν την αφήνουν. Έχει ορμή, έχει δύναμη, προσπαθεί να σπάσει τα τοιχώματα και σχεδόν το καταφέρνει. Η ορμή του λόγου ανεβάζει τα βολτ, σπάει το απόστημα και αφήνει να φανεί η δικαιολογημένη οργή του Κοεμτζή. Η φωνή είναι στο πρώτο πλάνο, σπρώχνει τον χορό, η ποιήτρια είναι πίσω, εκεί ακριβώς που πρέπει για να μας σπρώξει, πλέον εμάς, να καταλάβουμε τον πόνο του ανθρώπου, τις ρίζες του, τη δυστυχία, την οργή που είναι, εν συντομία, η βία στην Ελλάδα από το 1940 και μετά.
«Το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», εξηγεί, το «Πάνω κάτω Πατησίων» σε αναγκάζει να το βιώσεις. Η φωνή είναι ηλεκτρικό ρεύμα και μπαίνει μέσα στο κεφάλι σου για να διαλύσει αυτά που εμποδίζουν την εξέγερση που θα ισοπεδώσει τα ιδεολογικά εμπόδια για να αλλάξει επιτέλους η ζωή μας. Για να γίνει η επανάσταση, για να δημιουργηθεί μια άλλη στάση. Αλλά αυτό είναι δύσκολο. Ο άνθρωπος κοπιάζει να σηκωθεί και να υψωθεί για να δει, ως ίσος προς ίσο, τον καταπιεστή του. Κοπιάζει τόσο που δεν το κάνει, τελικά.
Κατερίνα Γώγου: Το σίκουελ
Οποία απογοήτευση! Τα λόγια, τα καρέ, τα ποιήματα, ο λόγος. Όλα αυτά δεν ήταν αρκετά για να ξεσηκώσουν ή, έστω, για να δρομολογήσουν αυτές τις ιδεολογικές διεργασίες που θα ήταν η αρχή για το προτσές που θα γεννήσει μια επανάσταση. Το βλέπει. Ο αυστηρός πατέρας της δείχνει την απώλεια, τον ιδεολογικό ευνουχισμό, μια εκφυλισμένη ανταρσία, με φόντο ον σοσιαλισμό. Δεν το αντέχει. Και τότε έρχεται το τέλος. Έτσι γράφει στο τελευταίο καρέ της ταινίας, της ζωής της. Μόνο που αυτό το τέλος είναι μια αρχή μιας διαδικασίας αργής που είναι σε εξέλιξη. Εμείς ζούμε και παίζουμε στο σίκουελ της Κατερίνας Γώγου που δεν ξέρουμε πότε και αν θα τελειώσει.
*Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στο αφιέρωμα στην Κατερίνα Γώγου, στην ταράτσα της ΕΣΗΕΜΘ, στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου, την Παρασκευή 12/6/2026.






