Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
ΤΑΙΝΙΕΣ
POWER BALLAD
Η μπαλάντα των ονείρων: γράφει ο Γιάννης Πετρόπουλος
Table Of Content
Κάθε σκηνοθέτης που σέβεται τον εαυτό του έχει τις δικές του επαναλαμβανόμενες εμμονές, είτε πρόκειται για τα δεσμά των προνομίων (Σοφία Κόπολα), είτε για τη συμμετρία και τα παστέλ χρώματα (Γουές Άντερσον), είτε για τα γυμνά πέλματα (ξέρετε ποιος). Για τον Ιρλανδό σεναριογράφο και σκηνοθέτη Τζον Κάρνεϊ, αυτή η εμμονή είναι η αναζωογονητική ιδιότητα της μουσικής να συνδέει τους ανθρώπους και να σφυρηλατεί σχέσεις κάθε λογής.
Η μπαλάντα των ονείρων: Το επίκεντρο
Από το «Once και το begin again», μέχρι το «Sing street» και το «Flora and son», ο πρώην μουσικός Κάρνεϊ έχει χτίσει την καριέρα του πάνω σε αστείες, απροκάλυπτα μη κυνικές ταινίες με επίκεντρο το τραγούδι, που εκφράζουν ανοιχτά και χωρίς ντροπή τα συναισθήματα και την τέχνη τους. Η τελευταία του ταινία, το «Power ballad», δεν αποτελεί εξαίρεση, παίζοντας ξανά το αγαπημένο του θέμα, προσθέτοντας αυτή τη φορά μερικές φρέσκες, νέες πινελιές.
Το στήσιμο της πλοκής σκιαγραφείται με αποτελεσματικό και άκρως ψυχαγωγικό τρόπο. Έχοντας εγκαταλείψει τα όνειρά του για μια μεγάλη μουσική καριέρα προκειμένου να κάνει οικογένεια στην Ιρλανδία, ο Αμερικανός ροκάς Ρικ Πάουερ (Πολ Ραντ) είναι ο frontman της μπάντας γάμων The Bride And Groove (όνομα-ποίημα), παίζοντας διασκευές και χαλώντας πού και πού το κέφι με τις δικές του συνθέσεις. Κατά τη διάρκεια μιας δεξίωσης σε ένα ιρλανδικό κάστρο, ο Ντάνι Γουίλσον (Νικ Τζόνας), φίλος του γαμπρού και ξεπεσμένο πρώην μέλος ενός boy-band, ανεβαίνει στη σκηνή με το συγκρότημα και τραγουδά ντουέτο με τον Ρικ μια εκρηκτική εκτέλεση του «I Wish» του Στίβι Γουόντερ.

Η μπαλάντα των ονείρων: Η μουσική
Οι δυο τους ταιριάζουν αμέσως και ο Ντάνι προσκαλεί τον Ρικ στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, ένα αυτοσχέδιο στούντιο γεμάτο κιθάρες, πλήκτρα και εξοπλισμό ηχογράφησης. Σε μια εκτενή σεκάνς, ο Κάρνεϊ διασκεδάζει με την ψυχή του βλέποντας τους δύο λάτρεις της μουσικής να βρίσκουν τον ρυθμό τους: ακόμα και αν το τζαμάρισμα δεν θυμίζει ακριβώς τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ να σκαρώνει το «Get Back» επί τόπου, είναι απόλαυση να βλέπεις τους δύο άνδρες να δημιουργούν, ειδικά όταν αυτοσχεδιάζουν πάνω σε μια σύνθεση του Ρικ, το «How To Write A Song (Without You)». Οι δρόμοι τους χωρίζουν, μέχρι που έξι μήνες αργότερα, ο Ρικ περπατά σε ένα εμπορικό κέντρο του Δουβλίνου και ακούει τη μελωδία του -μεταμορφωμένη πλέον σε μια υπερ-παραγωγική, μελαγχολική επιτυχία- να αντηχεί από τα μεγάφωνα.
Έχοντας μια άνετη χημεία, ο Ραντ και ο Τζόνας είναι τόσο απολαυστικοί μαζί, που η ταινία κάνει μια μικρή κοιλιά όταν οι απαιτήσεις του σεναρίου τους χωρίζουν. Ζητώντας απλώς την αναγνώριση για τη συνεισφορά του, ο Ρικ παθαίνει εμμονή, αποξενώνοντας τα μέλη του συγκροτήματός του, τη σύζυγό του Ρέιτσελ (Μαρσέλα Πλάνκετ) και την κόρη του Άγια (Μπεθ Φάλον), την ώρα που ο Ντάνι επιστρέφει στο Λος Άντζελες με 100 εκατομμύρια προβολές, μια περιοδεία σε στάδια και ένα ανανεωμένο αίσθημα σκοπού.
Η μπαλάντα των ονείρων: Οι σταρ
Είναι αναζωογονητικό να βλέπεις τον αιώνια έφηβο Πολ Ραντ να υποδύεται έναν ταλαιπωρημένο μεσήλικα: να καπνίζει, να βρίζει και να βλέπει το όνειρο της ζωής του να μετατρέπεται σε εφιάλτη. Ο Τζόνας είναι εξαιρετικά συμπαθής ως ένας πρώην σταρ που, όπως και ο Ρικ, θέλει απλώς να αποδείξει τη μουσική του αξία, έχοντας την υποστήριξη του μάνατζέρ του (τον οποίο υποδύεται ο γνώριμος από άλλες ταινίες του Κάρνεϊ, Τζακ Ρέινορ). Προς τιμήν της, η ταινία «Power ballad» δεν έχει κακούς. Ο Κάρνεϊ και ο συνσεναριογράφος Πίτερ ΜακΝτόναλντ (ο οποίος, σε μια αξιαγάπητη κωμική εμφάνιση, υποδύεται τον κολλητό του Ρικ, Σάντι) κάνουν μια έξυπνη και πειστική δουλειά θολώνοντας τα όρια της δημιουργικής ιδιοκτησίας. Όπως και τα άλλα έργα του Κάρνεϊ, είναι μια ταινία με μεγάλη καρδιά που αγαπά τους ανθρώπους της, παρά τα ελαττώματα και τις ιδιοτροπίες τους.

Ως πρώην μπασίστας των The Frames, ο Κάρνεϊ πετυχαίνει αυτό το σπάνιο κόλπο: να κάνει τη «φανταστική» ποπ μουσική των ταινιών του να ακούγεται όχι μόνο αξιόπιστη, αλλά και αξιομνημόνευτη. Μετά τη συνεργασία του με τον Γκλεν Χάνσαρντ και τη Μαρκέτα Ιργκλόβα στο «Once» και τον Γκρεγκ Αλεξάντερ των New Radicals στο «Begin again», αυτή τη φορά ο Κάρνεϊ συνεργάστηκε με τον Γκάρι Κλαρκ, τον τραγουδιστή των ποπ σταρ των ’80s -τι σύμπτωση!- Danny Wilson (η μεγαλύτερη επιτυχία τους, το «Mary’s Prayer», ακούγεται σε μια παμπ), ο οποίος είχε συνεισφέρει επίσης στα «Sing street» και «Flora and son».
Η μπαλάντα των ονείρων: Το τραγούδι
Εδώ υπάρχει λιγότερη μουσική από το συνηθισμένο, αλλά οι δυο τους μετατρέπουν το «How To Write A Song (Without You)» σε έναν ακαταμάχητο ύμνο, από εκείνους που σε κάνουν να ανάβεις τον φακό του iPhone στον αέρα, μιλώντας για τη σημασία της μούσας σε ένα ερωτικό τραγούδι. Αυτό το κομμάτι δεν είναι απλώς αξιομνημόνευτο, αλλά τροφοδοτεί και μια ανατροπή στην ιστορία που σε κάνει να δεις με διαφορετικό μάτι τις σχέσεις των χαρακτήρων.
Μπορεί να μην έχει την ψυχή του «Once» ή τον ενθουσιασμό του «Sing street», αλλά με το «Power ballad» ο Κάρνεϊ δοκιμάζει κάτι διαφορετικό. Είναι σταθερά αστείο -μια εκτενής σκηνή όπου ο Ρικ και ο Σάντι κάνουν «ντου» στο σπίτι του Ντάνι στο Λος Άντζελες πετυχαίνει τον στόχο της, με έναν κάπως χοντροκομμένο τρόπο- αλλά δεν πρόκειται για μια ξεκάθαρη κωμική ταινία. Ο Κάρνεϊ εξερευνά εδώ κάτι περισσότερο από το απλό γέλιο, αγγίζοντας βαθύτερα και με μεγαλύτερη ειλικρίνεια την απόγνωση της μέσης ηλικίας, τις νεανικές ανασφάλειες και τις ματαιωμένες φιλοδοξίες. Πρόκειται για μια νέα παλέτα, που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς θα μπορούσε να είναι μια ταινία του Κάρνεϊ αν η κιθάρα παρέμενε κλεισμένη στη θήκη της.
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
(POWER BALLAD)
Σκηνοθεσία: John Carney
Σενάριο: John Carney, Peter McDonald
Ηθοποιοί: Paul Rudd (Ρικ), Peter McDonald (Σάντι), Rory Keenan (Μπίνζερ), Paul Reid (Μπέρνι), Keith McErlean (Κάιλ), Beth Fallon (Άγια), Marcella Plunkett (Ράσελ), Emma Rose Creaner (Κλερ)
Φωτογραφία: Yaron Orbach
Μοντάζ: Stephen O’Connell
Μουσική: John Carney, Gary Clark
Ήχος: Ken Galvin, Felipe Gutierrez, John Rooney
Σχεδιασμός ήχου: Michelle Fingleton
Καλλιτεχνική διεύθυνση: Sarah Heath
Κοστούμια: Triona Lillis
Ειδικά εφέ: Brendan Byrne
Οπτικά εφέ: Gareth Armstrong, Jaime Bello, Nicla Cino, David Esteve
Παραγωγοί: Anthony Bregman, John Carney, Peter Cron, Robert Walpole, Sarah Hong
Χώρα παραγωγής: Ιρλανδία, ΗΠΑ
Έτος παραγωγής: 2026
Είδος: μουσική, κομεντί
Γλώσσα: αγγλικά
Χρώμα: έγχρωμη
Διάρκεια: 98΄
Εταιρεία διανομής: Spentzos Film
Ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες: 9/7/2026
Για περισσότερες πληροφορίες για τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας δείτε εδώ.







