Ιαν 04, 2026 Κινηματογράφος 0
ΣΤΟ UNDERGROUND CINEMA
Ανεξάρτητος κινηματογράφος: γράφει ο Γιάννης Φραγκούλης
Η Κινηματογραφική Λέσχη Solaris εγκαινιάζει στον Πολυχώρο Τέχνης-καφέ, Η Λυσσασμένη Γάτα, Επισκόπου Κίτρους Νικολάου 4, πίσω από την ΕΥΑΘ, περιοχή Σιντριβάνι-Ροτόντα, στη Θεσσαλονίκη, το μικρό αφιέρωμα στον underground cinema που εμφανίζεται στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Τις ταινίες θα προλογίζει ο Γιάννης Φραγκούλης, κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου, ο οποίος θα συζητήσει με το κοινό, μετά την προβολή της κάθε ταινίας, τα θέματα που η ταινία εμπεριέχει στο κινηματογραφικό της κείμενο. Οι προβολές μετακινούνται χρονικά, θα γίνονται την Πέμπτη στις 20.00, στον ίδιο χώρο.
Το underground cinema είναι ένα μέρος του Αμερικάνικου Ανεξάρτητου Κινηματογράφου. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 εμφανίζονται δείγματα παραγωγών αυτής της σχολής. Ουσιαστικά η ταινία «Shadows», του Τζον Κασσαβέτη, «ανοίγει» αυτή τη σχολή η οποία δεν έχει τελειώσει, μέχρι τις μέρες μας βλέπουμε ταινίες που την ακολουθούν, με προεξέχοντα σκηνοθέτη τον Τζιμ Τζάρμους.
Ο Τζον Κασσαβέτης έθεσε τις αρχές αυτής της σχολής κάπως έτσι: «να τεθούν (οι ηθοποιοί) σε μια θέση όπου μπορούν να αυτοσαρκαστούν χωρίς να νιώθουν ότι αποκαλύπτουν πράγματα που τελικά θα χρησιμοποιηθούν εναντίον τους.» [Joseph Gelmis, «John Cassavete», στο «The Film Director as Superstar», Λονδίνο, Seckler & Warburg, 1971, σελ. 80.]. Κινηματογραφούσε μεγάλες σε διάρκεια σκηνές, χωρίς να διακόπτει τα πλάνα επειδή «το τραγικό των σκηνών πηγάζει φυσικά από το πραγματικό πέρασμα του χρόνου που έζησαν οι ηθοποιοί (…) Η κάμερα δεν αρκείται στο να ακολουθεί απλώς τα λόγια και τις πράξεις των χαρακτήρων. Εστιάζω σε συγκεκριμένες χειρονομίες και τρόπους. Εστιάζοντας σε αυτά τα μικρά πράγματα -τις διαθέσεις, τις σιωπές, τις παύσεις ή τις στιγμές άγχους- προκύπτει η μορφή.» [Ray Carney, «Cassavetes on Cassavetes», Λονδίνο, Faber and Faber, 2001, σελ. 288].

Ο Κασσαβέτης απέρριψε επίσης την κυριαρχία του μοναδικού οράματος του σκηνοθέτη, πιστεύοντας αντ’αυτού ότι κάθε χαρακτήρας πρέπει να είναι «ατομική δημιουργία» του ηθοποιού, αρνούμενος να εξηγήσει τους χαρακτήρες στους ηθοποιούς του, οποιαδήποτε σημαντική λεπτομέρεια. [Ray Carney, «Cassavetes on Cassavetes», Λονδίνο, Faber and Faber, 2001, σελ. 65.]. Ισχυρίστηκε ότι «η στυλιστική ενότητα αποστραγγίζει την ανθρωπιά από ένα κείμενο (…) Οι ιστορίες πολλών διαφορετικών και ενδεχομένως ασαφών ανθρώπων είναι πιο ενδιαφέρουσες από μια επινοημένη αφήγηση που υπάρχει μόνο στη φαντασία ενός εύγλωττου ανθρώπου» [ό.π.].
Η σχολή αυτή ακολουθεί τις διδαχές των σχολών Κάμερα-Αλήθεια (Kino-eye ή Kino-Pravda), του Τζίγκα Βερτώφ, του Νεορεαλισμού, όπως τον έχουμε δει στην Ιταλία και μετά στο Ιράν, και του Free Cinema, όπως εμφανίστηκε στην Αγγλία, στο μέσο της δεκαετίας του 1950, με κυριότερους δημιουργούς τους Λίντσεϊ Άντερσον, Κάρελ Ράιζ, Τόνι Ρίτσαρντσον και Λορένζα Ματζέτι.
Στο μικρό αυτό αφιέρωμα θα προβληθούν τέσσερις ταινίες: Δύο του Τζιμ Τζάρμους, μία του Τζον Κασσαβέτης και μία του Ντένις Χόπερ. Μετά από αυτό το μικρό αφιέρωμα ακολουθεί μια ταινία του ελληνικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, του Θανάση Ρεντζή, του θεωρητικού του κινηματογράφου και σκηνοθέτη που πρόσφατα απεβίωσε.

«Τσακισμένα λουλούδια» («Broken flowers»), 2005, 106΄, του Τζιμ Τζάρμους, Πέμπτη 8/1/2026.
Ένα ροζ γράμμα. Αυτό ευθύνεται για τα πάντα. Την ώρα που χωρίζει με την τελευταία κοπέλα του, ο αμετανόητος εργένης Ντον Τζόνστον λαμβάνει ένα ροζ γράμμα. Μια παλιά του αγάπη τον πληροφορεί ότι έχει ένα 19χρονο γιο, ο οποίος έφυγε από το σπίτι και αναζητά τον πατέρα του. Μόνο που… το γράμμα είναι ανυπόγραφο. Ποια μπορεί να είναι; Παρακινούμενος από τον ερασιτέχνη ντετέκτιβ γείτονά του, ο Ντον φτιάχνει λίστα και ξεκινά διστακτικά ένα ταξίδι δρόμου που καλείται να ενώσει τις τελείες του μυστηρίου, αλλά και της προσωπικής διαδρομής του μεσήλικα ήρωα με όσες αγάπησε, όσα ονειρεύτηκε, όσα τον τρόμαξαν και όσα τον έφεραν εδώ. Η ιδιοσυγκρασιακή ματιά του Τζάρμους σαρκάζει τρυφερά το πεισμωμένα έφηβο γεροντοπαλίκαρό του, αλλά η ταινία ανήκει επίσης στον Μπιλ Μάρεϊ και το ληθαργικό, αλλά χαμένο στο συναίσθημα βλέμμα του.
Ο Τζιμ Τζάρμους αφιέρωσε αυτή την ταινία στον, άγνωστο στο ευρύ κοινό αλλά πολύ σημαντικό, Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν Εφστάς. Αναφέρει ο σκηνοθέτης: «Η ταινία «Broken flowers» εστιάζει στον άνδρα και τη γυναίκα, στον πόθο και την επιθυμία. Επιθυμία για κάτι που λείπει και το οποίο δεν είναι δυνατό να καθοριστεί τι ακριβώς είναι αυτό. (…) Η ταινία ήταν για μένα λίγο περίεργη, επειδή στις αρχές της ιστορίας δεν εστιάζω καθόλου στον κεντρικό χαρακτήρα. Ωστόσο ο Μπιλ, μέσα από μια σωρευτική διαδικασία, κατορθώνει, στο τέλος, να μας κάνει να ταυτιστούμε μαζί του. Στην αρχή δεν γνωρίζεις αν θέλει καν να έχει ένα γιο. Υπάρχει κάτι ασαφές σ’αυτόν. Δεν εξηγείται.
Δεν ήθελα να υπάρχει μια ιστορία που να εξηγεί το παρελθόν του -μια αρχική σκηνή για την μητέρα ή τις νευρώσεις του, τίποτε τέτοιο-. Μόνο ένας άνδρας που να βλέπει τηλεόραση και ο οποίος ανακαλύπτει ότι έχει ένα γιο. (…) Ποτέ δεν μιλώ ομαδικά στους ηθοποιούς. Μόνο με έναν κάθε φορά. Τους μιλώ μόνο για τους χαρακτήρες που υποδύονται. Ποτέ! Ποτέ! για το νόημα μιας σκηνής. Δεν θέλω οι ηθοποιοί να υπερφορτωθούν από την έρευνα. Μου αρέσουν οι πρόβες όταν οι ηθοποιοί τις θέλουν, αλλά ποτέ δεν κάνω πρόβα σε σκηνές του σεναρίου». Η ταινία βραβεύτηκε με το Grand Prix (Μεγάλο βραβείο) του Φεστιβάλ Καννών 2005. (Περισσότερα για την ταινία εδώ) (Περισσότερα για την προβολή δείτε εδώ)

«Νύχτα πρεμιέρας» («Opening night»), 1977, 144’, Τζον Κασσαβέτης, Πέμπτη 15/1/2026.
«Θέλεις να αγαπιέσαι. Οι ηθοποιοί θέλουν να αγαπιούνται. Όλοι μας, θέλουμε αγάπη…» H Mιρτλ Γκόρντον είναι σταρ. Καταξιωμένη, διάσημη, λαοφιλής θεατρίνα πλησιάζει πλέον τα 50 και χαίρεται τους καρπούς της καριέρας της. Στις δοκιμαστικές παραστάσεις του τελευταίου της έργου, πριν την μεγάλη πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ, εκατοντάδες θαυμαστές την περιμένουν να βγει για ένα αυτόγραφο. Ανάμεσά τους ένα 17χρονο κορίτσι, φανερά συγκινημένο που τη συναντά από κοντά, τρέχοντας πίσω από τη λιμουζίνα της, σκοτώνεται.
Αυτό πυροδοτεί μία εσωτερική έκρηξη στην Μιρτλ. Ένα ερώτημα που πρέπει να απαντήσει πριν βγει στο σανίδι της πρεμιέρας. Αξίζει την αγάπη του κόσμου; Το επάγγελμά της είναι συνώνυμο της αγάπης; Και, ακόμα περισσότερο, αξίζει κάποια να χάσει τα νιάτα της, τη ζωή της για το θέατρο; Μόνο που αυτή η κάποια, στην αγωνιώδη αναζήτησή της, δεν είναι πλέον η νεαρή θαυμάστρια της. Είναι η ίδια. Η Μιρτλ είναι σταρ. Αλλά πλησιάζει τα 50, μόνη, ασυντρόφευτη -χωρίς οικογένεια και παιδιά. Το ταλέντο της είναι ό,τι έχει. Αυτό που κάνει στη σκηνή δεν είναι η καριέρα της, είναι ολόκληρη η ζωή της. Και αυτό το τελευταίο έργο, αυτός ο τελευταίος ρόλος μοιάζει με τον υπαρξιακό της καθρέφτη. Μία μεσήλικη ηρωίδα που νιώθει «δεύτερη γυναίκα», καθώς η πρώτη νιότη έχει περάσει. Η Μιρτλ κλονίζεται, αντιστέκεται, χάνεται. Όχι δεν είναι η ηρωίδα της. Δεν της ταιριάζει αυτός ο ρόλος, δεν έχει ψυχή, δεν έχει φως, δεν έχει ελπίδα. Και η ίδια δεν έχει χρόνο. (Περισσότερα για την ταινία εδώ)

«Ξένοιαστος καβαλάρης» («Easy rider»), 1969, 95΄, Ντένις Χόππερ, Πέμπτη 22/1/2026.
Ο Γουάιατ και ο Μπίλι, μηχανόβιοι φίλοι, έχοντας φέρει σε πέρας μια δοσοληψία κοκαΐνης, στα αμερικανομεξικάνικα σύνορα, αποφασίζουν να διασχίσουν καβάλα στις Χάρλεΐ τους την Αμερική του Nότου για να προλάβουν τη γιορτή του Μάρντι Γκρας, στη Nέα Oρλεάνη. Στην πορεία, θα φιλευτούν από μια θρησκευόμενη διεθνική οικογένεια, θα συναντήσουν έναν χίπι που ζει σε ένα αυτάρκες κοινόβιο στην έρημο, θα αντιμετωπίσουν την προκατάληψη των συντηρητικών κοινοτήτων, ενώ, μετά τη σύλληψή τους στη διάρκεια μιας παρέλασης στο Τέξας, θα καταλήξουν στη στενή, παρέα με έναν μέθυσο δικηγόρο, ο οποίος θα γίνει στη συνέχεια συνταξιδιώτης τους.
Η ταινία είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα μελέτης της αφήγησης, των μερών της που είναι σχετικά ανεξάρτητα μεταξύ τους, δένουν όμως σα σύνολο, στο τελικό αποτέλεσμα. Επιπλέον είναι μία ταινία που βασίζεται πολύ στο όνειρο και την επιθυμία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλη η αφήγηση είναι ονειρική, ένα αίτημα για απόλαυση, έτσι όπως το εκφράζει η φροϋδική και οι άλλες σχολές της ψυχανάλυσης. Οι ψυχοτρόπες ουσίες βοηθούν στο ονειρικό, δεν εκθειάζονται ή θεοποιούνται. Η σκηνή στο νεκροταφείο είναι ο πυρήνας του ονείρου, είναι όμως, συγχρόνως, μία τελετή, με την έννοια της τελετουργίας, κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε να βρούμε κάποια στοιχεία της γκροτοφσκικής θεωρίας στην Περφόρμανς (Ενιαίο Παραστατικό Χώρο). Μέσα από όλα αυτά αναδεικνύεται ο συντηρητισμός της αμερικάνικης κοινωνίας, ειδικά στην επαρχία, και οι ρατσιστικές αντιλήψεις που υπήρχαν στην καθημερινή ζωή του Αμερικάνου, οι οποίες ακόμα υπάρχουν σήμερα, σε μικρότερο βαθμό. (Περισσότερα για την ταινία εδώ)

«Ghost dog: ο τρόπος των σαμουράι» («Ghost dog: the way of the samourai»), 1999, 116΄, Τζιμ Τζάρμους, Πέμπτη 29/1/2026.
Ο Ghost Dog είναι Ακόλουθος. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία των σαμουράι, όταν χρωστάς τη ζωή σου σε κάποιον γίνεσαι πιστός του υπηρέτης. Έτσι προσφέρθηκε στον Λούι, έναν μικρομαφιόζο της τοπικής Οικογένειας, που όταν ήταν έφηβος του έσωσε τη ζωή από μία επίθεση συμμορίας. Από τότε ο Ghost Dog αφιερώθηκε στον Λούι και εκείνος τον χρησιμοποιεί ως τον ιδανικό εκτελεστή του. Γιατί ο Ghost Dog είναι φάντασμα -δεν αφήνει ίχνη. Επικοινωνούν με μηνύματα -με ταχυδρομικά περιστέρια που εκτρέφει στην ταράτσα που μένει. Και κανείς δεν ξέρει που είναι αυτή η ταράτσα.
Πληρώνεται μετρητά, μία φορά το χρόνο -την πρώτη μέρα της Άνοιξης. Δεν μιλάει σε κανέναν, δεν έχει φίλους. Εκτός από τον Ρέιμοντ, τον παγωτατζή της γειτονιάς -έναν μετανάστη από την Αϊτή, που μιλάει μόνο γαλλικά. Δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα, αλλά μιλάνε ακριβώς την ίδια γλώσσα. Μια γλώσσα αθωότητας, που θαυμάζει την ομορφιά όπου την συναντά -σε ένα χωνάκι σοκολάτα, σε μια παρτίδα σκάκι, σε έναν μερακλή που κατασκευάζει από ξύλο ένα καΐκι στη γειτονική ταράτσα.
Αν αυτό που περιμένετε να δείτε ξεκινώντας την προβολή της ταινίας είναι ένα γκανγκστερικό νουάρ σαν όλα τα άλλα, τότε μάλλον θα απογοητευθείτε, καθώς ο Τζάρμους χρησιμοποιεί τις συμβάσεις του είδους προκειμένου να μιλήσει για κάτι άλλο: την επικοινωνία ανάμεσα σε κουλτούρες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, που όμως μπορούν να έρθουν σε συνεννόηση. Θέμα που τονίζεται μέσα από ευφάνταστα ευρήματα, όπως αυτό του παγωτατζή, ο οποίος δε γνωρίζει αγγλικά αλλά καταφέρνει να συνεννοηθεί με τον πρωταγωνιστή, αλλά και την ίδια τη σκιαγράφηση του χαρακτήρα, ο οποίος είναι αφρο-αμερικανός που ζει στο New Jersey, λατρεύει την ιαπωνική κουλτούρα και δουλεύει για λογαριασμό της ιταλικής μαφίας. (Περισσότερα για την ταινία εδώ)

«Ηλεκτρικός άγγελος», 1981, 90΄, Θανάσης Ρεντζής, Πέμπτη 5/2/2026.
Ένα οπτικοακουστικό ποίημα που με παιγνιώδη τρόπο αναπαριστά την πολυμορφία του ερωτισμού. Κατεξοχήν πειραματική ταινία η οποία κάνει χρήση μεγάλης ποικιλίας οπτικο-ακουστικών τεχνικών και μεθόδων, με στόχο την ανάπτυξη της πολυμορφίας του ερωτισμού, έτσι όπως μορφοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της ευρωμεσογειακής ζώνης, τον 20ό αιώνα.
Πρόκειται για ένα πολυεστιακό αμάλγαμα που με συνδυαστικές μεθόδους (κυρίως animation και live action) πραγματώνει, μέσω μιας πολύτροπης σύνθεσης, το ιδεώδες μιας ars combinatoria. Η δομή της ταινίας είναι εξόχως χαλαρή, καθώς δεν υπάρχει ούτε κέντρο βάρους ούτε άξονας σύγκλισης, και τούτο συντελεί τα μέγιστα στην αίσθηση ενός ανοιχτού και δυνητικά επεκτεινόμενου έργου με κυρίαρχο το ρυθμικό στοιχείο.
Η ταινία ξεκινά με μια φανταχτερή εικόνα ενός πολύχρωμου αγγέλου, μιας Αφροδίτης (;) δίχως χέρια, αλλά με κόκκινα φτερά, που με αινιγματικές προθέσεις πλησιάζει αγέρωχα τον θεατή λίγο πριν εξαφανιστεί στο μαύρο φόντο. Η σεξουαλικότητα, ο ερωτισμός, ίσως και ο έρωτας, είναι το θέμα της πέμπτης ταινίας του πρωτοπόρου Έλληνα σκηνοθέτη (προηγούνται το «Μαύρο+Άσπρο» (1973), η «Βιο-Γραφία» (1975), το «Fiction» (19770 και το «Corpus» (1979), ο οποίος πειραματίζεται με πλειάδα ετερόκλητων υλικών, συναρμόζοντάς τα υπό την σκέπη μιας οπτικής εμπειρίας που προ(σ)καλεί τις ελεύθερες συνάψεις, τους τολμηρούς ειρμούς, αλλά και την καταβύθιση στην πρότερη εμπειρία μιας ενστιγματικής κατάστασης.
Γιατί όμως ηλεκτρικός; Τα κύματα στα πόδια του αγγέλου μοιάζουν φτιαγμένα από ψηφιακούς κόκκους. Είναι λοιπόν αυτή μια προσπάθεια συνάντησης του σύγχρονου κόσμου με τις εξιδανικευμένες μορφές του αρχαϊκού; Μια «ιστορία του ερωτισμού» που επιχειρεί να συνταιριάξει την «Αρχαιολογία και την ιστορία της σεξουαλικότητας», του Μισέλ Φουκώ, με τη μεταφυσική και τον «Ερωτισμό», του Ζωρζ Μπατάιγ, σε ένα ποιητικο-δοκιμιακό κολάζ-μοντάζ εικόνων; Είναι πιθανό επίσης η πηγή της ηλεκτροφόρησης του πτεροφόρου πλάσματος να αναζητείται και κάπου πέρα από την τεχνολογία, ακόμα και από αυτήν του κινηματογράφου. (Περισσότερα για την ταινία εδώ)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Διεύθυνση: Επισκόπου Κίτρους Νικολάου 4
περιοχή Σιντριβάνι-Ροτόντα, πίσω από την ΕΥΑΘ, Θεσσαλονίκη
Πρόσβαση: στάση Καμάρα ΟΑΣΘ, σταθμός Σιντριβάνι Μετρό
Ημέρα προβολής: Καθε Πέμπτη στις 8.00 μ.μ.
Εισιτήριο: 5 ευρώ.
Διαβάστε για την Κινηματογραφική Λεσχη Solaris, το πρόγραμμα των προβολών
Ιαν 04, 2026 0
Ιαν 01, 2026 0
Δεκ 31, 2025 0
Δεκ 29, 2025 0
Δεκ 27, 2025 0
Δεκ 26, 2025 0
Ιούν 09, 2017 138
Οκτ 12, 2014 2
Μαρ 22, 2014 2
Νοέ 13, 2014 2
Νοέ 09, 2014 2
Μαρ 08, 2014 2
Ιαν 04, 2026 0
Ιαν 04, 2026 0
Ιαν 03, 2026 0
Ιαν 01, 2026 0

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας μας, που συμμετέχει το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
SOTOS, EVERLASTING PAINTER (TRAILER)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ
Email: info@filmandtheater.gr
Τηλ: (+30) 6974123481
Διεύθυνση: Ιωαννίνων 2, 56430, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκη
![]()