ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ
με μία ματιά
του Γιάννη Φραγκούλη
Ο Γιάννης Σαρακατσάνης σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και υποκριτική στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας» του Γιώργου Κιμούλη και στο School of Physical Theatre, στο Λονδίνο. Από το 2004 είναι ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας AbOvo, με την οποία σκηνοθετεί, παίζει και γράφει.
Από το 2008 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Bob Theatre Festival, το οποίο διοργανώνει η ομάδα του. Εκτός από το AbOvo έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες παραστάσεις ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Επίσης διδάσκει σωματικό και devised θέατρο σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιούς. Η Ένωση Ελλήνων Κριτικών τον έχει τιμήσει με μία υποψηφιότητα για βραβείο νέου δημιουργού (2007) και με έναν έπαινο για ανδρικό ρόλο (2014). Το 2016 ήταν υποψήφιος για το βραβείο ανδρικού ρόλου του περιοδικού Αθηνόραμα, για την παράσταση «Το δάνειο».
«Μόλις ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι θα εγκαταλείψω τη Σχολή στην οποία φοιτούσα υπήρξε η αναμενόμενη κόντρα. Δεν ήταν και εύκολο να συνειδητοποιήσουν ότι θα την εγκαταλείψω μετά από 6 χρόνια φοίτησης εκεί. Βέβαια, από τα 17 μου ασχολιόμουν με το θέατρο σε ερασιτεχνικές ομάδες και σε ομάδες πανεπιστημίων. Η κόντρα κάμφθηκε γρήγορα και μέσα σε ένα χρόνο διαπίστωσαν ότι αυτό μου ταίριαζε περισσότερο. Με το που μπήκα στη Δραματική Σχολή ένιωθα πιο ζωντανός. Στο Μαθηματικό θα ήμουν ένας αιώνιος φοιτητής.»
«Νομίζω πως το χιούμορ, στα θεμέλιά του, είναι το ίδιο και για τα παιδιά και για τους μεγάλους. Όταν το αστείο αφορά μία ανθρώπινη κατάσταση και δεν προσβάλει, τότε όλοι θα γελάσουν. Το κάθε κοινό τώρα έχει τις ιδιαιτερότητές του. Το ενήλικο κοινό έχει πιο πολλές γνώσεις, περισσότερη πληροφορία και έτσι μπορείς να βρεις πιο εύκολα αναφορές για να φτιάξεις ένα αστείο. Τα παιδιά όμως έχουν ένα άλλο πλεονέκτημα ως θεατές. Συμμετέχουν 100% στο θέαμα που βλέπουν και αντιδρούν αυθόρμητα. Αν δεν τους αρέσει κάτι, θα το δείξουν αλλά δεν χάνουν την εμπιστοσύνη τους. Αν στο επόμενο δευτερόλεπτο συμβεί κάτι καλό, τότε θα ξαναμπούν στο θέαμα 100%.»
«Το νόημα και η αλήθεια. Είναι λίγο αόριστο αυτό έτσι όπως το λέω, το ξέρω. Σπούδασα μαθηματικά και έτσι αγάπησα τις επιστήμες από μικρός. Ο οδηγός εκεί λοιπόν, στις επιστήμες, είναι η αλήθεια. Αναζητάς την αλήθεια και δεν φοβάσαι μήπως η αποκάλυψή της ανατρέψει αυτά που πιστεύεις. Γιατί η αλήθεια θα έρθει και θα δώσει νέο και μεγαλύτερο νόημα στα πράγματα. Αυτό με τροφοδοτεί λοιπόν. Όσο και να απογοητεύομαι, όταν ανακαλύπτω μία νέα αλήθεια, ένα νέο νόημα, θέλω να το επικοινωνήσω!»
«Μία παράσταση είναι, όπως λέμε εμείς οι ηθοποιοί (για να ψαρώνουμε εσάς τους θεατές) ένας ζωντανός οργανισμός. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι η ίδια κάθε μέρα. Δεν έχει και τεράστιες διαφορές για έναν θεατή, αλλά για εμάς που παίζουμε είναι η μέρα με τη νύχτα. Υπάρχουν βραδιές που η παράσταση λειτουργεί και όλα γίνονται σωστά και υπάρχουν μέρες που όλα μοιάζουν λάθος και υποφέρεις. Υπάρχουν όμως και μερικές βραδιές, το πολύ μια φορά στη σεζόν, που όλα είναι τέλεια! Που κοινό και ηθοποιοί συντονίζονται απόλυτα και το θέατρο μοιάζει να πετάει. Αυτές οι λίγες βραδιές λοιπόν εντυπώνονται τόσο βαθιά, που τις θυμάσαι για πάντα.»
Εδώ η συνέντευξη με το Γιάννη Σαρακατσάνη
Table Of Content
- με μία ματιά
- του Γιάννη Φραγκούλη
- Ο Γιάννης Σαρακατσάνης σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και υποκριτική στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας» του Γιώργου Κιμούλη και στο School of Physical Theatre, στο Λονδίνο. Από το 2004 είναι ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας AbOvo, με την οποία σκηνοθετεί, παίζει και γράφει.
- Από το 2008 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Bob Theatre Festival, το οποίο διοργανώνει η ομάδα του. Εκτός από το AbOvo έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες παραστάσεις ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Επίσης διδάσκει σωματικό και devised θέατρο σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιούς. Η Ένωση Ελλήνων Κριτικών τον έχει τιμήσει με μία υποψηφιότητα για βραβείο νέου δημιουργού (2007) και με έναν έπαινο για ανδρικό ρόλο (2014). Το 2016 ήταν υποψήφιος για το βραβείο ανδρικού ρόλου του περιοδικού Αθηνόραμα, για την παράσταση «Το δάνειο».
- «Μόλις ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι θα εγκαταλείψω τη Σχολή στην οποία φοιτούσα υπήρξε η αναμενόμενη κόντρα. Δεν ήταν και εύκολο να συνειδητοποιήσουν ότι θα την εγκαταλείψω μετά από 6 χρόνια φοίτησης εκεί. Βέβαια, από τα 17 μου ασχολιόμουν με το θέατρο σε ερασιτεχνικές ομάδες και σε ομάδες πανεπιστημίων. Η κόντρα κάμφθηκε γρήγορα και μέσα σε ένα χρόνο διαπίστωσαν ότι αυτό μου ταίριαζε περισσότερο. Με το που μπήκα στη Δραματική Σχολή ένιωθα πιο ζωντανός. Στο Μαθηματικό θα ήμουν ένας αιώνιος φοιτητής.»
- «Νομίζω πως το χιούμορ, στα θεμέλιά του, είναι το ίδιο και για τα παιδιά και για τους μεγάλους. Όταν το αστείο αφορά μία ανθρώπινη κατάσταση και δεν προσβάλει, τότε όλοι θα γελάσουν. Το κάθε κοινό τώρα έχει τις ιδιαιτερότητές του. Το ενήλικο κοινό έχει πιο πολλές γνώσεις, περισσότερη πληροφορία και έτσι μπορείς να βρεις πιο εύκολα αναφορές για να φτιάξεις ένα αστείο. Τα παιδιά όμως έχουν ένα άλλο πλεονέκτημα ως θεατές. Συμμετέχουν 100% στο θέαμα που βλέπουν και αντιδρούν αυθόρμητα. Αν δεν τους αρέσει κάτι, θα το δείξουν αλλά δεν χάνουν την εμπιστοσύνη τους. Αν στο επόμενο δευτερόλεπτο συμβεί κάτι καλό, τότε θα ξαναμπούν στο θέαμα 100%.»
- «Το νόημα και η αλήθεια. Είναι λίγο αόριστο αυτό έτσι όπως το λέω, το ξέρω. Σπούδασα μαθηματικά και έτσι αγάπησα τις επιστήμες από μικρός. Ο οδηγός εκεί λοιπόν, στις επιστήμες, είναι η αλήθεια. Αναζητάς την αλήθεια και δεν φοβάσαι μήπως η αποκάλυψή της ανατρέψει αυτά που πιστεύεις. Γιατί η αλήθεια θα έρθει και θα δώσει νέο και μεγαλύτερο νόημα στα πράγματα. Αυτό με τροφοδοτεί λοιπόν. Όσο και να απογοητεύομαι, όταν ανακαλύπτω μία νέα αλήθεια, ένα νέο νόημα, θέλω να το επικοινωνήσω!»
- «Μία παράσταση είναι, όπως λέμε εμείς οι ηθοποιοί (για να ψαρώνουμε εσάς τους θεατές) ένας ζωντανός οργανισμός. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι η ίδια κάθε μέρα. Δεν έχει και τεράστιες διαφορές για έναν θεατή, αλλά για εμάς που παίζουμε είναι η μέρα με τη νύχτα. Υπάρχουν βραδιές που η παράσταση λειτουργεί και όλα γίνονται σωστά και υπάρχουν μέρες που όλα μοιάζουν λάθος και υποφέρεις. Υπάρχουν όμως και μερικές βραδιές, το πολύ μια φορά στη σεζόν, που όλα είναι τέλεια! Που κοινό και ηθοποιοί συντονίζονται απόλυτα και το θέατρο μοιάζει να πετάει. Αυτές οι λίγες βραδιές λοιπόν εντυπώνονται τόσο βαθιά, που τις θυμάσαι για πάντα.»







